Όχι στα πρότυπα του παρηκμασμένου δικομματικού αρχηγισμού, λέει ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Φίλης, στέλνοντας μηνύματα στο εσωτερικό του κόμματος.
Σε συνέντευξή του στο «Βήμα», το μέλος της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ ξεκαθαρίζει ότι το κόμμα του δεν χρειάζεται «Πασοκοποίηση», ενώ στην ερώτηση προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί με βάση του εκλογικό αποτέλεσμα, τονίζει:
«Το υψηλό εκλογικό αποτέλεσμα σηματοδοτεί την εντολή των πολιτών προς τον ΣΥΡΙΖΑ να επανέλθει καλύτερος και κατά το δυνατόν συντομότερα. Αυτό προϋποθέτει να ασκήσουμε αντιπολίτευση μακριά από τους πειρασμούς των λαϊκισμών, που πιο επικίνδυνος είναι αυτός του νεοφιλελευθερισμού. Ταυτόχρονα, όμως, η αντιπολίτευση δεν μπορεί να είναι μια γραμμική συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ, γιατί αυτή, παρά τα επιτεύγματα που κατόρθωσε υπέρ των λαϊκών και μεσαίων τάξεων, τελικά δεσμευόταν ασφυκτικά από τους μνημονιακούς καταναγκασμούς, που σήμερα έχουν εξασθενίσει. Η απόκρουση των κυβερνητικών αυταρχικών-αντικοινωνικών επιλογών της ΝΔ πρέπει να συμβαδίζει με την προβολή ενός άλλου μοντέλου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Και αυτή η προσπάθεια να ενώνει τις άλλες δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης και να ανταποκρίνεται στην κοινωνική διαθεσιμότητα και τα κινήματα των πολιτών».
Ερωτηθείς για το ποιο πρέπει να είναι το στίγμα του «ανοικτού» ΣΥΡΙΖΑ, «αριστερό ή σοσιαλδημοκρατικό;», ο κ. Φίλης υπογραμμίζει την ανάγκη το κόμμα του να «πρωτοτυπήσει»:
«Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το ισχυρότερο κόμμα της ευρύτερης Αριστεράς στην Ε.Ε. Στην κάλπη του εκπροσωπούνται πολίτες από διαφορετικές ιστορικές αφετηρίες, που συγκλίνουν όμως στην ανάγκη να αποκρουστεί η νεοσυντηρητική επιθετικότητα που απειλεί κοινωνικά δικαιώματα και δημοκρατικές κατακτήσεις. Συγκλίνουν πολίτες της ευρύτερης Αριστεράς, πολλοί μάλιστα ανέντακτοι, επιφυλακτικοί απέναντι σε πλευρές της αριστερής διακυβέρνησης, πολίτες της προοδευτικής Κεντροαριστεράς καθώς βεβαίως και το μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων της ιστορικής αντιδεξιάς παράταξης. Υψηλή, όμως, είναι η εμπιστοσύνη των νέων ανθρώπων που διαμορφώνονται μέσα στις συνθήκες της μεγάλης κρίσης.
Όλο αυτό το εκλογικό ανάγλυφο μπορεί και πρέπει να βρει έκφραση, παρά τις αναστολές που προκαλεί η κρίση του κομματικού φαινομένου, στη συγκρότηση ενός ανοιχτού κόμματος της σύγχρονης Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτικής Συμμαχίας, που αποτελεί όχι εκλογική αλλά στρατηγική επιλογή. Ένα κόμμα με δημοκρατικές λειτουργίες που δεν θα αντιγράφει τα πρότυπα του παρηκμασμένου δικομματικού αρχηγισμού, που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Ένα κόμμα που θα συνθέτει τις διάφορες ιστορικότητες και ιδεολογικές αναφορές σε ένα πρόγραμμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων με ορίζοντα την υπέρβαση του καπιταλισμού, για τον οποίο ακόμη και ο Μακρόν πρόσφατα δήλωσε ότι «τρελάθηκε». Και, βέβαια, ένα πρόγραμμα που η οικολογική δέσμευση (ιδιαίτερα σήμερα που μεγαλώνει η απειλή της κλιματικής αλλαγής) θα είναι καθοριστική και θα οδηγεί στη συγκρότηση του πράσινου κοινωνικού συμβολαίου. Μια σύνθεση του «κόκκινου-πράσινου», ώστε, να αντιμετωπίζονται υπέρ των πολλών και της Δημοκρατίας οι νέες παγκόσμιες προκλήσεις, οι εξελίξεις της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και της τεχνητής νοημοσύνης.
Δεν χρειάζονται, λοιπόν, αναχρονιστικού τύπου επιστροφές όπως αυτή της «Πασοκοποίησης» ή της «Σοσιαλδημοκρατικοποίησης», σε μια περίοδο που ακόμη και τα κραταιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Κεντρικής Ευρώπης έχουν βυθιστεί σε κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πρωτοτυπήσει, όπως έχει ήδη κατορθώσει με τη συνολική πορεία του μέχρι σήμερα, και να εξελιχθεί σε ένα μαζικό, δημοκρατικό κόμμα της σύγχρονης Ριζοσπαστικής Αριστεράς που θα είναι η ραχοκοκαλιά της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης. Σε μια περίοδο κρίσης των κομμάτων, της πολιτικής και της Αριστεράς αυτή η προσπάθεια αποκτά πανευρωπαϊκή σημασία, καθώς εγγράφεται στη βασανιστική πορεία ανασυγκρότησης της πληθυντικής ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Σε μια περίοδο μάλιστα που πληθαίνουν οι απειλές κατά της ειρήνης και της Δημοκρατίας με την επιθετικότητα της πολιτικής Τραμπ και την ανάδυση των ξενοφοβικών, ακροδεξιών και εθνικιστικών δυνάμεων που πυροδοτούν τις τυφλές συγκρούσεις, πότε με εμπορικούς πολέμους και πότε με τη ρητορική του μίσους, εξελίξεις που μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε πόλεμο».