Νέο πεδίο αντιπαράθεσης κυβέρνησης-αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και εσωκομματική γκρίνια στην Νέα Δημοκρατία έχουν προκαλέσει οι αλλαγές που φέρνει ο νέος Ποινικός Κώδικας και αφορούν τις τράπεζες και το ακαταδίωκτο των τραπεζικών στελεχών σε περιπτώσεις απιστίας.
«Ακόμα περιμένουμε μία ξεκάθαρη απάντηση: τη διάταξη αυτή την εισηγήθηκε η νομοπαρασκευαστική ή την “φύτεψε” ο κ. Μητσοτάκης μετά τη συνάντησή του με τους τραπεζίτες;» τονίζει σε ανακοίνωσή του ο ΣΥΡΙΖΑ.
«Εδώ και τρεις μέρες ο κ. Μητσοτάκης κωφεύει εσκεμμένα στο αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ να αποσύρει άμεσα την εκτρωματική διάταξη – δώρο στους τραπεζίτες» αναφέρει η ανακοίνωση και συνεχίζει: «Με την διάταξη αυτή οι τραπεζίτες θα μπορούν να διωχθούν ποινικά μόνο εάν κάνουν μήνυση στον εαυτό τους».
Κριτική στην επίμαχη διάταξη άσκησε ο βουλευτής της ΝΔ και πρόεδρος της προκαταρκτικής επιτροπής, Γ. Μπούγας ο οποίος έκανε λόγο για προβληματική διάταξη και αιτιολογία που ενδεχομένως μπορεί να προκαλέσει και ζητήματα συνταγματικότητας.
«Πράγματι το άρθρο 390 έχει προβληματική αιτιολογία. Θα πρέπει η αιτιολογία να ενισχυθεί διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια ο λόγος της εξαίρεσης, η οποία ενδεχομένως να δημιουργεί και προβλήματα συνταγματικότητας», δήλωσε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε πως η μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία η υποβολή εγκλήσεως εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου έτσι ώστε εκκρεμείς υποθέσεις να μην οδηγηθούν τελικά σε ατιμωρησία.
Από την πλευρά του ο βουλευτής του ΚΙΝΑΛ, Χ. Καστανίδης στηλίτευσε το γεγονός πως με τη νέα ρύθμιση η δίωξη μπορεί να ασκηθεί μόνο μετά από έγκληση, που γίνεται από την ίδια την τράπεζα.
Το θέμα του νέου θεσμικού πλαισίου της προνομιακής διαχείρισης των τραπεζικών στελεχών «είναι κάτι το οποίο μας προβληματίζει σοβαρά» ανέφερε στο KONTRA NEWS ο Γραμματέας του Κινήματος Αλλαγής, Μανώλης Χριστοδουλάκης, παραπέμποντας για τη τελική θέση του Κινήματος μετά τη συνεδρίαση του συντονιστικού της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Απαντώντας ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρας αναγνώρισε πως υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα στη διάταξη ωστόσο τόνισε πως μόνο μέσω αυτής μπορούν επί της ουσίας οι τράπεζες να διαγράψουν δάνεια.
«Υπάρχει η ουσιαστική σχέση της πατρίδας μας με τους θεσμούς και την οικονομία. Είναι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν και που δεν είναι όλες ευχάριστες», είπε αρχικά και πρόσθεσε: «έχετε σκεφτεί αν με τη ρύθμιση αυτή καταφέρνουν οι τραπεζίτες να διαγράψουν δάνεια και να μην χάσουν άνθρωποι το σπίτι τους;».
Υπενθυμίζεται ότι το περασμένο Σάββατο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σ. Πέτσας είχε δηλώσει ότι δεν τίθεται ζήτημα «ασυλίας» και εξηγούσε: «Με την εν λόγω διάταξη παρέχεται προστασία στους τραπεζικούς υπαλλήλους από τιμωρητικές πρακτικές, χωρίς παράλληλα να στερεί από τη δικαιοσύνη και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς τη δυνατότητα να ασκούν το έργο τους. Κάθε ρύθμιση ή/και κούρεμα χρέους ελέγχεται από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Εφόσον διαπιστωθεί από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ότι κάποιος παραβίασε την οποιαδήποτε διαδικασία, τότε θα τιμωρείται καταλλήλως και αυστηρά».
Ο Ποινικός Κώδικας που είχε ψηφιστεί επί ΣΥΡΙΖΑ προέβλεπε (άρ. 405) για τα αδικήματα της απιστίας ότι: εφόσον ήταν σε βαθμό πλημμελήματος και προκειμένου να συνεχιστεί ή να ασκηθεί μια νέα δίωξη θα έπρεπε να προηγηθεί έγκληση (μήνυση) του θύματος π.χ. από τη διοίκηση ενός φορέα ή από ιδιώτη κ.λπ. Αντίθετα, η δίωξη σε βαθμό κακουργήματος, δηλαδή για ποσά άνω των 120.000 ευρώ , παρέμενε ως αυτεπάγγελτη, δηλαδή στην αρμοδιότητα των εισαγγελικών αρχών.