Μάριος Κάτσης: Τομεάρχης Ψηφιακής  Διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Ενημέρωση χωρίς λογοκρισία και εξαρτήσεις από συμφέροντα

«Οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου πρέπει να ορθώσουν «τείχος» προστασίας στον κυβερνητικό οδοστρωτήρα και να βγουν μπροστά ώστε να εξασφαλίσουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις για τις κοινωνικές ανάγκες που φουντώνουν μέρα με τη μέρα», τονίζει μιλώντας αποκλειστικά στην KEDENEWSGR, ο τομεάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης,  της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και βουλευτής Θεσπρωτίας, Μάριος Κάτσης.    

Στη Μαύρα Σαραντοπούλου

-Αγαπητέ κύριε Κάτση, η πανδημία του covid-19 δημιούργησε νέα δεδομένα αλλά και νέες ανάγκες στη ζωή και την καθημερινότητά μας. Πως η νέα εποχή της ψηφιοποίησης έρχεται να βοηθήσει σε αυτή την περίπτωση;

Μ. Κάτσης: Η ανθρωπότητα βαδίζει ήδη στην ψηφιακή εποχή, και οι προκλήσεις της λεγόμενης 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης είναι εδώ. Η πανδημία του covid-19 ήρθε και επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία ψηφιακού μετασχηματισμού που αφορά όλα τα επίπεδα της ζωής και της καθημερινότητας μας. Όλοι οι κλάδοι της οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας, η εργασία, η εκπαίδευση, οι καταναλωτικές μας συνήθεις, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε και αλληλοεπιδράμε με τους γύρω μας, επηρεάζονται από αυτή τη μετάβαση.

Τα χρονικά περιθώρια, ώστε να προλάβουμε το «τραίνο» της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, είναι στενά. Η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια να καθυστερήσει, καθώς σήμερα διαμορφώνονται οι συνθήκες για το που θα βρισκόμαστε ως κοινωνία, και ως οικονομία, αύριο.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντιλαμβανόμενη την ανάγκη σχεδιασμού και εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής εθνικής πολιτικής προς αυτή την κατεύθυνση, ίδρυσε για πρώτη φορά το 2016 ξεχωριστό Υπουργείο για την ψηφιακή πολιτική, και προχώρησε στη σύνταξη της Εθνικής Ψηφιακής Στρατηγικής 2016-2021 ώστε να απαντήσει στις προκλήσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Ως Αριστερά δε θεωρούμε την Ψηφιακή Μετάβαση σαν μία ουδέτερη πολιτική διαδικασία, αλλά ως πεδίο συλλογικής διεκδίκησης, ώστε οι νέες τεχνολογίες να αποτελέσουν εργαλείο κοινωνικής σύγκλησης και όχι όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Θέλουμε τις δυνατότητες που μας παρέχει αυτός ο μετασχηματισμός, να τις χρησιμοποιήσουμε για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, για την άμεση και εύκολη εξυπηρέτηση του πολίτη και των επιχειρήσεων, για την ανάπτυξη της οικονομίας μας, την προστασία της εργασίας, την ταχύτερη απόδοση της δικαιοσύνης, την ενίσχυση της παιδείας, την εύκολη και απρόσκοπτη συμμετοχή όλων των πολιτών στη νέα ψηφιακή καθημερινότητα. Με απόλυτο σεβασμό όμως στα προσωπικά δεδομένα και τις ατομικές ελευθερίες.

Αυτά, όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, δεν είναι αυτονόητα. Χρειάζονται δομημένη στρατηγική και ξεκάθαρη πολιτική βούληση για να επιτευχθούν. Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ τα έχει και τα δύο, όπως αποδείχθηκε και από την πρόσφατη κυβερνητική του θητεία, αλλά και από τις προγραμματικές του θέσεις που έχουν δημοσιευτεί.

-Ακούμε κατά καιρούς για μεθοδεύσεις από διοικήσεις καναλιών πάνω στη δουλειά των δημοσιογράφων. Βιώνουμε μία εποχή παρέμβασης και λογοκρισίας;

Μ.ΚΑΤΣΗΣ: Δυστυχώς ο σφιχτός εναγκαλισμός της κυβέρνησης της ΝΔ με μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ, είναι πασιφανής και πλήττει την ελεύθερη ενημέρωση, την πολυφωνία και εν τέλει την ίδια τη Δημοκρατία. Υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος πήρε ολόκληρο τον κλάδο των ΜΜΕ, την ΕΡΤ, και το ΑΠΕ-ΜΠΕ υπό την άμεση εποπτεία του. Αυτός μοίρασε εκατομμύρια αδιαφανώς και πελατειακά με λίστες Πέτσα, αυτός έδωσε δωράκια και απαλλαγές στα μέσα της αρεσκείας του απαλλάσσοντας τα από τις υποχρεώσεις τους, αυτός διόρισε τον κ. Ζούλα, τον διευθυντή του γραφείου τύπου του δηλαδή, ως πρόεδρο της ΕΡΤ.

Τα αποτελέσματα όλων των παραπάνω, είναι ορατά και στον πιο καλόπιστο πολίτη. Κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας έπαθαν αφωνία για το φιάσκο της Ικαρίας. Τα βλέπουμε να λιβανίζουν εντελώς άκομψα την κυβέρνηση, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, και να μαλώνουν πολίτες σε ζωντανή μετάδοση επειδή αυτοί δυσφορούν. Μεγάλα ενημερωτικά sites παίζουν με non-paper τις ειδήσεις, κατευθείαν όπως έρχονται από τον αόρατο αρχισυντάκτη του Μαξίμου. Στην ΕΡΤ είδαμε να τοιχοκολλώνται ραβασάκια έξω από την αίθουσα σύνταξης για να μην παίξουν πλάνα του κ. Μητσοτάκη από την Ικαρία και του κ. Λιγνάδη με «άλλους».  Εάν αυτό δεν είναι παρέμβαση και λογοκρισία, τότε τι είναι;

Και δεν τα λέει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ -ΠΣ, τα λένε οι ρεπόρτερ χωρίς σύνορα όπου κατατάσσουν την Ελλάδα 3η από το τέλος στις 27 χώρες της ΕΕ ως προς την ελευθερία του τύπου, τα λέει ο διεθνής οργανισμό Pew, σε έρευνα του οποίου οι Έλληνες είναι τελευταίοι ανάμεσα σε 38 λαούς στην εμπιστοσύνη που δείχνουν στα ΜΜΕ. Τα λέει το Reuters Institute Digital News, όπου σύμφωνα με έρευνα του για το 2020, μόλις το 28% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα εμπιστεύεται τις ειδήσεις.

Η κατάσταση είναι άκρως απογοητευτική και διαρκώς θα επιδεινώνεται, καθώς όσο θα αποκαλύπτεται η κυβερνητική ανεπάρκεια και η παταγώδης και πολυεπίπεδη αποτυχία της, τόσο η κυβέρνηση της ΝΔ θα καταφεύγει στα φιλικά ΜΜΕ και την προπαγάνδα για να παραμείνει στην εξουσία.  

-Πολύς λόγος έγινε κατά το παρελθόν για το νόμο Παππά αναφορικά με τους εργαζόμενους των καναλιών. Είναι σήμερα επαρκές το πλαίσιο προστασίας της εργασίας στα ΜΜΕ; Τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το κομμάτι σε μία επικείμενη δεύτερη διακυβέρνηση;

Μ.ΚΑΤΣΗΣ: Ο νόμος στον οποίο αναφέρεστε πολεμήθηκε όσο λίγοι, αλλά εν τέλει δικαιώθηκε από την ίδια την πραγματικότητα και από τους εργαζομένους στα ΜΜΕ. Ήταν μία από τις βασικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία πάλεψε στη θητεία της ώστε να κάνει για πρώτη φορά το διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες που ισχύει και σήμερα, για να κατοχυρώσει τις 400 θέσεις εργασίας σε κάθε τηλεοπτικό σταθμό πανελλαδικής εμβέλειας, για να εισπράξει τον φόρο διαφήμισης που δεν είχε εισπραχθεί ποτέ, για να φτιάξει το ηλεκτρονικό σύστημα διάθεσης τηλεοπτικού διαφημιστικού χρόνου, για να ξανανοίξει την ΕΡΤ ώστε να στήσει τη δημόσια τηλεόραση στα πόδια της και να την αφήσει με γεμάτα τα ταμεία.

Η κυβέρνηση της ΝΔ με τον πρόσφατο νόμο που ψήφισε στη βουλή για τα ΜΜΕ, ξηλώνει αυτές τις πολιτικές, εξυπηρετώντας τους καναλάρχες. Κατέβασε το όριο των εργαζομένων από τους τους 400 του λεγόμενου νόμου Παππά στους 340, προωθώντας παράλληλα την ελαστικοποίηση της εργασίας και τους μεταφερόμενους  εργαζομένους. Όλοι οι φορείς τον εργαζομένων στα ΜΜΕ αντέδρασαν υποστηρίζοντας τις διατάξεις του ν.4339 του ΣΥΡΙΖΑ.

Η σημερινή κυβέρνηση δε σταμάτησε όμως μόνο εκεί. Χάρισε ουσιαστικά σε κάθε κανάλι, από 3,45 εκ. € που αντιστοιχούν στη δόση του 2020 για την άδεια συχνοτήτων.  Ανέβασε τους μισθούς στα γαλάζια στελέχη, τη διοίκηση της ΕΡΤ και του ΑΠΕ-ΜΠΕ δηλαδή, στα επίπεδα του Αρεοπαγίτη. Ενώ στους εργαζόμενους της ΕΡΤ δεν έδωσε νέα Συλλογική Σύμβαση, ούτε ενέταξε τους εναερίτες της ΕΡΤ στα βαρέα και ανθυγιεινά.

Απέρριψε χωρίς καν να συζητήσει, την τροπολογία που φέραμε ώστε να οριστεί νέα διοίκηση στην ΕΡΤ με διακομματική συναίνεση από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η οποία προέβλεπε μάλιστα αυτή η πρακτική να είναι μόνιμη και δεσμευτική για κάθε κυβέρνηση, από εδώ και στο εξής.

Όλα αυτά έφεραν την παρέμβαση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή και την απόφαση να αποχωρήσει η κοινοβουλευτική  ομάδα  από τη συζήτηση για το εν λόγω νομοσχέδιο, τη στιγμή μάλιστα που λόγω της κακοκαιρίας της «Μήδειας», είχαν αφήσει χιλιάδες νοικοκυριά χωρίς ρεύμα, θέρμανση και νερό.

Εμείς πιστεύουμε ότι η ενημέρωση είναι αγαθό που πρέπει να παρέχεται στους πολίτες πλουραλιστικά, χωρίς λογοκρισία και χωρίς εξαρτήσεις από συμφέροντα. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε ενίσχυση προς τα ΜΜΕ, πρέπει να γίνεται με διαφάνεια, καθολικότητα και με προϋπόθεση την διασφάλιση των ποιοτικών θέσεων εργασίας και παραγωγής προγράμματος. Ζητάμε να προχωρήσει η αδειοδότηση των περιφερειακών σταθμών και των ραδιοφώνων και των περιφερειακών καναλιών και απαιτούμε ένα συνολικό σχέδιο στήριξης και διαφάνειας στον χώρο των ΜΜΕ, ώστε να θωρακιστεί ο τύπος από φαινόμενα χειραγώγησης. Εμείς δώσαμε δείγματα γραφής σε όλα τα παραπάνω. Αναμένουμε λοιπόν και από τη σημερινή κυβέρνηση να μη σκεφτεί το πολιτικό κόστος και δειλά να υπεκφύγει των ευθυνών της. Ιδού η Ρόδος…

– Όλοι ανησυχούμε έντονα για το τι θα αφήσει φεύγοντας η πανδημία κυρίως σε οικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο. Έχει ευθύνες η κυβέρνηση γι αυτό που βιώνουμε και γι αυτό που έρχεται;

Μ.ΚΑΤΣΗΣ: Η κυβέρνηση έχει την απόλυτη ευθύνη για τη διαχείριση της κρίσης του covid-19 σε υγειονομικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Μπορεί η πανδημία να είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά οι επιπτώσεις της δεν είναι ίδιες σε κάθε χώρα. Η Ελλάδα το τρίτο τρίμηνο του 2020, που είναι το τελευταίο για το οποίο έχουμε επίσημα στοιχεία, κατέγραψε τη μεγαλύτερη ύφεση στην Ευρωζώνη,  ενώ συνολικά για το 2020 αναμένεται να έχουμε ύφεση πάνω από 10%. Το 2021 ξεκίνησε άκρως αρνητικά, ψαλιδίζοντας τις ελπίδες για σοβαρή ανάκαμψη μέσα στη χρονιά. Το έλλειμα και το δημόσιο χρέος ως συνάρτηση του ΑΕΠ, έχουν εκτιναχθεί.

Στην αγορά και στον κόσμο της εργασίας, τα πράγματα είναι αποκαρδιωτικά. Δύο στις τρεις επιχειρήσεις στην εστίαση κινδυνεύουν με οριστικό λουκέτο, το λιανεμπόριο ασφυκτιά υπό την πίεση των περιοριστικών μέτρων, ο κλάδος του τουρισμού, που έρχεται ήδη από μία χαμένη χρονιά, αναμένει και το 2021 τις αφίξεις εξαιρετικά μειωμένες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες έχουν αφεθεί στην τύχη τους, ενώ εκατομμύρια εργαζόμενοι αγωνιούν για την επόμενη μέρα.

Και τι κάνει η κυβέρνηση για όλα αυτά; Αυτοεπαινείται  και αναλώνεται σε επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν τόλμησε να στηρίξει δυναμικά τα εισοδήματα, ώστε να διατηρηθεί η κρίση σε διαχειρίσιμα επίπεδα, αλλά προτίμησε να αφήσει ανεξέλεγκτη την κατάσταση ώστε να προωθηθούν βίαιες και αντικοινωνικές ανακατατάξεις στην αγορά και στον κόσμο της εργασίας, κάτω από τον φόβο της πανδημίας.

Εκατομμύρια συμπολίτες μας το μόνο που κάνουν εδώ και ένα χρόνο, είναι να συσσωρεύουν χρέη από αναστολές πληρωμών και δάνεια που συνοδεύουν τις όποιες επιχορηγήσεις. Πλέον δεν μπορεί να υπάρξει καμία βιώσιμη λύση, η οποία δε θα περιλαμβάνει κούρεμα μέρους των οφειλών με  γενναίες ρυθμίσεις για την αποπληρωμή των υπολοίπων ποσών. Η κυβέρνηση της ΝΔ με τις πολιτικές της επιλογές στη διαχείριση της πανδημίας, έχει ναρκοθετήσει το παρόν και το μέλλον της μεσαίας τάξης, που υποκριτικά επικαλούνταν προεκλογικά και έχει βάλει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.

Οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου πρέπει να ορθώσουν «τείχος» προστασίας στον κυβερνητικό οδοστρωτήρα και να βγουν μπροστά ώστε να εξασφαλίσουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις για τις κοινωνικές ανάγκες που φουντώνουν μέρα με τη μέρα.