Για «νέα αυταρχική επίθεση» από την πλευρά της κυβέρνησης κάνει λόγο η Κίνηση Πράττω του πρώην υπουργού Εξωτερικών.
«Είναι φανερό ότι η Δεξιά θέλει προληπτικά να αλυσοδέσει το λαϊκό κίνημα για να καταπνίξει τις αντιδράσεις του» τονίζεται σε σχετική ανακοίνωση.
Βολές κατά της κυβέρνησης για το υπό συζήτηση νομοσχέδιο σχετικά με τις διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις εξαπολύει την Τετάρτη η Κίνηση Πράττω του πρώην υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση της, «είναι φανερό ότι η Δεξιά θέλει προληπτικά να αλυσοδέσει το λαϊκό κίνημα για να καταπνίξει τις αντιδράσεις του εν όψει του νέου κύματος ανεργίας, φτώχειας και μονόπλευρης λιτότητας που ετοιμάζεται να επιβάλει από το φθινόπωρο» σημειώνει επισημαίνοντας «ότι η κυβέρνηση τολμά να προχωρεί σε ακραία αυταρχικά μέτρα, υπολογίζοντας στην “ήπια στάση” των κομμάτων της αντιπολίτευσης».
Αναφέρει ότι το νομοσχέδιο αφορά «τον περιορισμό-μέχρι και την κατάργηση- της συνταγματικής ελευθερίας των ανοιχτών συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων», «είναι το ίδιο που είχε προσωρινά βάλει στο συρτάρι τον Φεβρουάριο 2020, μετά τις πρώτες αντιδράσεις λαϊκών φορέων» και σημειώνουν ότι αποτελεί «ουσιαστικά αντιγραφή των χουντικών διαταγμάτων του 1971 και 1973».
«Η έγκριση των δημόσιων συναθροίσεων θα δίνεται από την Αστυνομία και το Δήμο. Οι αρχές αυτές θα μπορούν αυθαίρετα να τις απαγορεύουν, επικαλούμενες αόριστα δήθεν κινδύνους για τη “δημόσια τάξη και ασφάλεια” και την “διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής”, να τους αλλάζουν τόπο και χρόνο διεξαγωγής, να βάζουν οποιουσδήποτε ειδικούς όρους, να απαγορεύουν τις μη αρεστές συναθροίσεις και να στρέφονται ποινικά και αστικά κατά των διοργανωτών για οποιαδήποτε πράξη των συμμετεχόντων- ακόμη και των προβοκατόρων.
Οι διαδηλώσεις που θα γίνονται χωρίς την έγκριση της αστυνομίας και της δημοτικής αρχής θα διαλύονται βίαια. Θεσπίζεται ακόμα και το ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα της “συμμετοχής σε απαγορευμένη διαδήλωση”, που προβλέπει ποινές φυλάκισης», εξηγεί το Πράττω και καλεί «τον ελληνικό λαό, και τη νεολαία, όλους τους δημοκρατικούς φορείς και τα συνδικάτα σε επαγρύπνηση».
