Ολοκληρώθηκε η σημερινή ενημέρωση του υπουργείου Υγείας για την πορεία της πανδημίας του κορονοϊού στη χώρα μας.
Σε αυτή συμμετείχαν η καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, Βάνα Παπαευαγγέλου, ο επίκουρος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Γκίκας Μαγιορκίνης και ο υφυπουργός Υγείας, Βασίλης Κοντοζαμάνης.
Σημειώνεται ότι σήμερα απουσίαζε ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Κρίσεων, Νίκος Χαρδαλιάς, λόγω της συμμετοχής του σε έκτακτη τηλεδιάσκεψης με Ευρωπαίους ομολόγους του, στο πλαίσιο λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού (RescEU).
Σταθερά υψηλός ο αριθμός των κρουσμάτων σε Αττική και Θεσσαλονίκη
Η κυρία Παπαευαγγέλου, αφού παρέθεσε ορισμένα στοιχεία σε σχέση με την επιδημιολογική εικόνα στη χώρα μας, επεσήμανε ότι ο αριθμός των κρουσμάτων παραμένει υψηλός σε Αττική και Θεσσαλονίκη. «Χάσαμε μάχιμους συναδέλφους μας γιατρούς. Αυτό μας δείχνει πως ο καθένας μας είναι ευάλωτος», είπε η λοιμωξιολόγος αναφερόμενη στο θάνατο του γιατρού της Βουλής, αλλά και του γιατρού στην Κρήτη τις τελευταίες ημέρες.
Εκθετική η αύξηση των εισαγωγών σε ΜΕΘ
«Μας περιμένει μια ακόμη δύσκολη εβδομάδα. Είδαμε εκθετική αύξηση εισαγωγών στις ΜΕΘ, ο μέσος όρος έχει μειωθεί στα 64 έτη και οι γιατροί αναφέρουν πως βλέπουν νέους να διασωληνώνονται»,τόνισε παράλληλα προσθέτοντας ότι σημειώνεται διπλασιασμός στον μέσο όρο θανάτων.
Στα 42 χρόνια ο μέσος όρος των ασθενών
Η ίδια εξήγησε ότι η διασπορά σε όλη την επικράτεια συνεχίζεται και ότι το επιδημιολογικό φορτίο είναι μεγάλο. «Είναι στο χέρι μας να το μετριάσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά τονίζοντας ωστόσο ότι ο μέσος όρος των ασθενών υπολογίζεται πλέον στα 42 χρόνια.
Η Βάνα Παπαευαγγέλου εμφανίστηκε παρ’όλα αυτά αισιόδοξη, λέγοντας ότι ελπίζει ότι την επόμενη Δευτέρα θα μπορούμε να χαμογελάμε και να ελπίζουμε να μειωθεί ο αριθμός των διασωληνωμένων. «Βλέπουμε μια πρώτη εικόνα σταθεροποίησης, γεγονός που μας βοηθά να πιστεύουμε πως θα αρχίσουμε να αίρουμε κάποιους περιορισμούς», σημείωσε.
Γιατί έκλεισαν τα δημοτικά σχολεία
Ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε το κλείσιμο των σχολείων
Η κ. Παπαευαγγέλου αναφέρθηκε παράλληλα και στην απόφαση για το κλείσιμο των σχολείων. Η ενδοοικογενειακή μετάδοση είναι χαμηλή, ιδιαίτερα όταν το πρώτο κρούσμα είναι παιδί κάτω των 9 ετών, σημείωσε, προσθέτοντας ότι δεν είναι γνωστό για ποιον λόγο τα παιδιά μεταδίδουν λιγότερο τον ιό.
Στο πλαίσιο αυτό, παρέθεσε στοιχεία επιστημονικής έρευνας που έδειξαν πως άνθρωποι με λοίμωξη από άλλους παρόμοιους κορονοϊούς έχουν αντισώματα που προσφέρουν προστασία και στη νέα αυτή μορφή του ιού. Στην ίδια έρευνα, τα παιδιά είχαν σημαντικά πιο αυξημένα αντισώματα σε σχέση με κάποιους ενήλικες.
Το κύριο πρόβλημα με τα ανοικτά σχολεία είναι η κινητικότητα που συνδέεται με τη λειτουργία τους
Ακόμη και όταν έχουμε δύο κρούσματα στο ίδιο σχολείο, δεν φαίνεται αυτά να συσχετίζονται μεταξύ τους, να κόλλησε δηλαδή το ένα παιδί το άλλο, υπογράμμισε αναφορικά με τα δεδομένα στα ελληνικά σχολεία.
«Σημασία έχει να δει κανείς και τα νούμερα του ΕΟΔΥ. Έχουμε αύξηση στα κρούσματα στα παιδιά κάτω των 17 ετών, αφού γενικά στη χώρα μας έχουμε επιβαρυμένο φορτίο. Το ποσοστό των κρουσμάτων έχει παραμείνει σταθερό. Ήταν 7,2% και έναν μήνα μετά παρέμεινε στο 7,5%», είπε η επιστήμονας.
Το κύριο πρόβλημα με τα ανοικτά σχολεία είναι η κινητικότητα που συνδέεται με τη λειτουργία τους. Περιλαμβάνει τους εκπαιδευτικούς που κινούνται με τα ΜΜΜ, τους εργαζόμενους στην τροφοδοσία, την καθαριότητα και τους γονείς. Όσο τα σχολεία είναι κλειστά, υπάρχει εκ των πραγμάτων πολύ μεγάλη μείωση στην κινητικότητα του πληθυσμού, σχολίασε.
Γκ. Μαγιορκίνης: Πτώση του αριθμού των ενεργών κρουσμάτων στην Αττική
Ο Γκίκας Μαγιορκίνης, αφού παρουσίασε κάποια διεθνή στοιχεία, επεσήμανε σε σχέση με τα εγχώρια δεδομένα τα εξής: «Η πλειονότητα των διαγνώσεων είναι εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης. Τη χαμηλότερη επιβάρυνση των τελευταίων 30 ημερών σημείωσε την προηγούμενη εβδομάδα η Αττική.
Φάνηκε ακόμα και πτώση των ενεργών κρουσμάτων. Από την άλλη, αν η Αττική ήταν στη θέση της Θεσσαλονίκης θα είχε πάνω από 2.200 διαγνώσεις την ημέρα. Η Θεσσαλονίκη δείχνει ταχύτερα σημάδια βελτίωσης, αλλά οι δείκτες βαρύτητας θα αργήσουν πολύ να βελτιωθούν και χρειάζεται αυστηρότατη τήρηση των μέτρων».
